Διάβασα πριν λίγο καιρό το Intermezzo της Σάλλυ Ρούνεϋ, ξέρεις ποιο, εκείνο το βιβλίο με το πορτοκαλογκρί καρό εξώφυλλο που βλέπεις να διαβάζει ο κόσμος στο μετρό. Σίγουρα κάπου το έχει πάρει το μάτι σου, κάποια νεανικά χέρια θα έχεις δει να το κρατάνε. Βιβλίο φοβερό – όχι ότι περίμενα κάτι λιγότερο από τη συγκεκριμένη συγγραφέα. Γραμμένο εξ’ολοκλήρου υπόγεια, λες και η ζωή διαδραματίζεται στο Επίπεδο 0 και η Ρούνεϋ γράφει στο -1.
Το βιβλίο πραγματεύεται τους τρόπους που αντανακλάται το πένθος μέσα από τα σπασμένα γυαλιά που αφήνει πίσω της μια απώλεια. Δύο αδέρφια που χάνουν τον πατέρα τους, δυο κόσμοι που διαλύονται με άλλες ταχύτητες και σε διαφορετικά βάθη και ύψη. Με την εσωτερική δράση ως πυρήνα του βιβλίου, ο αναγνώστης εκτίθεται εναλασσόμενα στις σπασμωδικές σκέψεις ενός ασταθούς ψυχολογικά ατόμου και στον βαθιά συγκροτημένο ειρμό ενός αυτιστικού. Και έχει πλάκα, αφού διαβάσεις το βιβλίο, να αναρωτηθείς με ποιον ταυτίστηκες ενδόμυχα, λαμβάνοντας υπ’όψιν ότι καθένας από τους δύο χαρακτήρες υπηρετεί έναν τελείως διαφορετικό κοινωνικό ρόλο.
Τη Σάλλυ Ρούνεϋ τη γνώρισα μέσα από το δεύτερο της βιβλίο, το Κανονικοί άνθρωποι. Κατά τη γνώμη μου είναι και το καλύτερο της, έχει όμως σημασία και η συγκυρία στην οποία διαβάζεις ένα βιβλίο – ήμασταν σε καραντίνα τότε και οι συγκινήσεις ήταν πιο δυσεύρετες και άρα πιο πολύτιμες. Έχουν περάσει χρόνια, κι όμως ο τίτλος του, η μικρή αυτή φράση, χαράχτηκε μέσα μου απροσδόκητα.
Και εξηγώ: μεγαλώνοντας, αποκτούμε το θάρρος να κοιτάμε προς τα πίσω με ειλικρίνεια, χωρίς υπεκφυγές και προστατευτικά γυαλιά. Να συλλογιζόμαστε τα περασμένα απαλλαγμένοι από τα παιδικά και εφηβικά μας φίλτρα. Καθώς συλλογίζομαι λοιπόν τα περασμένα, και συγκεκριμένα εκείνα που αφορούν το οικογενειακό μου περιβάλλον, τα άτομα που με τόση αγάπη με πλαισίωσαν, καταλήγω πάντα, ασυνείδητα και άθελα μου, στη φράση αυτή. Κανονικοί άνθρωποι. Όλοι μου οι συνειρμοί συναντιούνται εν τέλει στο ίδιο σημείο, λες και η φράση αυτή είναι το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορεί να προκύψει, η μόνη διαθέσιμη απάντηση στα ερωτήματα μου.
Κανονικοί άνθρωποι, γεννημένοι πριν από τα μισά του προηγούμενου αιώνα, σμιλευμένοι από την τραχύτητα της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας. Κουβαλώντας τραύματα από γεννησημιού τους που δε θεραπεύτηκαν ποτέ γιατί η ψυχοθεραπεία δεν ήταν της μόδας. Άνθρωποι που έζησαν ωραία, γεμάτα, μέχρι που διασταυρώθηκαν με την απώλεια και ο κόσμος τους διαλύθηκε σε όλα του τα βάθη και τα ύψη. Άνθρωποι που μετουσίωσαν όλο τον πόνο σε αγάπη, και γίναν φωλιά απόλυτης τρυφερότητας και γλύκας. Άνθρωποι που, κατατρεγμένοι από τα σκοτάδια τους, μπόρεσαν να αδικήσουν και να πληγώσουν, κι όταν αναρωτιέσαι το γιατί, η μόνη διαθέσιμη απάντηση που μπορώ να σου δώσω βρίσκεται μέσα στην κανονικότητα τους.
Με συγκινεί λοιπόν αυτή η φράση, με συγκινεί και με περιλαμβάνει. Εμένα και τους ανθρώπους μου. Και όσον αφορά τη Σάλλυ Ρούνεϋ, πιστεύω πως αυτός ο τίτλος, λιτός όσο και περιγραφικός, θα μπορούσε με επάρκεια να πλαισιώνει όλο το συγγραφικό της έργο. Γιατί αυτό ξέρει να κάνει η Ρούνεϋ με μαεστρία: να αφηγείται τις ζωές κανονικών, αντιφατικών ανθρώπων. Να εφευρίσκει χαρακτήρες και να φωτίζει τις πιο μικρές και ενδόμυχες πτυχές της κανονικότητάς τους, αθέατες σε κοινό μάτι.
ΥΓ. Στους σκοτεινούς αυτούς καιρούς που ζούμε, όπου πολλοί επιχειρούν να βαφτίσουν τη γενοκτονία που διαπράττεται στην Παλαιστίνη ως «κανονικότητα», η Σάλλυ Ρούνεϋ υποστηρίζει δημόσια την ομάδα ακτιβιστών Palestine action, η οποία έχει στοχοποιηθεί από τη βρετανική κυβέρνηση, και διαθέτει σε αυτή τα έσοδα από το έργο της: https://www.irishtimes.com/culture/books/2025/08/16/sally-rooney-i-support-palestine-action-if-this-makes-me-a-supporter-of-terror-under-uk-law-so-be-it/






