Στις 13 Μαρτίου του 2025, μια αστραπή διαπέρασε τον κόσμο και ήρθε για να αποικίσει τις οθόνες και το υποσυνείδητό μας: το Adolescence, η original σειρά του Netflix που, χωρίς αξιοσημείωτη προηγούμενη διαφήμιση και προώθηση, κυκλοφορεί και με ταχύτητα φωτός σκαρφαλώνει τις λίστες με τα νούμερα. Κορίτσι κάνει μπούλινγκ στο αγόρι, αγόρι σκοτώνει το κορίτσι. Τα μέσα οργιάζουν, βράζουν και χύνονται. Εντυπωσιακά χαμηλός αριθμός αρνητικών σχολίων που θάβονται κάτω από τα χειροκροτήματα εκατομμυρίων, εξίσου των μικρών και των μεγάλων. Οι Έλληνες χρήστες social media συμμετέχουν ενεργά και περήφανα στην παγκόσμια αναμπουμπούλα. Πού και πού, ανάμεσα στα φλύαρα ποστ, εμφανίζεται και η ύστατη ελληνική ένδειξη σεβασμού και εκτίμησης: «Αυτό, θα έπρεπε να παίζεται στα σχολεία των παιδιών!».
Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς πολύ βαθιά για να εξηγήσει την επιτυχία του Adolescence, αφού υπάρχει ήδη με την πρώτη ματιά πληθώρα άρτιων στοιχείων που συνθέτουν τα τέσσερα επεισόδια της σειράς, ξεκινώντας από το εξαιρετικό cast και την ανάδειξη του νεαρού πρωταγωνιστή Owen Cooper που με την ερμηνεία του εξασφάλισε (άνευ απροόπτων) ένα λαμπρό μέλλον στον χώρο του κινηματογράφου. Ιδιαίτερα εντυπωσίασε τους θεατές και η πρωτότυπη σκηνοθετική επιλογή του μονοπλάνου επεισοδίου που περιλαμβάνει η σειρά, ενώ επίσης έντονα συζητήθηκε ο τρόπος που το έργο προσέγγιζε εύστοχα τα πλέον φλέγοντα ζητήματα της σημερινής κοινωνίας.
Τα δεδομένα, λοιπόν, είναι εκεί, χωρίς να χρειάζεστε μικροσκόπιο. Δεν με έχετε ανάγκη για να ακούσετε πέντε ακόμα λόγους να δείτε το Adolescence, και δεν έχω τις γνώσεις αλλά ούτε και την επιθυμία να σας προσφέρω μια περαιτέρω ανάλυση των όσων δεν έχετε πιάσει από μόνοι σας. Μπορώ, ωστόσο, να μιλήσω για τον διαδικτυακό πυρετό που κατέκλυσε την Gen Z, και που θα μπορούσε να αποτελεί μια ματιά στον ολοένα και πιο θρυψαλιασμένο καθρέφτη της γενιάς μου και τα πολύπλοκα σχέδια που δημιουργούν τα σπασμένα του κομμάτια στο φως.
Την εβδομάδα της κυκλοφορίας του Adolescence, την εβδομάδα που ακολούθησε την μέρα που άλλαξε για πάντα την ζωή του δεκαπεντάχρονου Owen Cooper, τα πληκτρολόγια των άσημων συνομηλίκων του ανά τον κόσμο παίρνουν φωτιά, με την καρδιά του πάρτυ να είναι, φυσικά, το Tik Tok, ο πολυχώρος όπου τα γινάτια της Gen Z βρίσκουν έδαφος να ανθίσουν και να μεταμορφωθούν σε άγουρες απόψεις, θεωρίες και ερμηνείες. Ουκ ολίγες αναλύσεις της σειράς από νεαρούς χρήστες μου γύρισαν το μάτι, ωστόσο μία είναι εκείνη που μου έκατσε στον λαιμό σαν κουκούτσι που μέχρι και σήμερα αδυνατώ να φτύσω ή, έστω, να καταπιώ.
Το θύμα του πρωταγωνιστή Τζέιμς, η Κέιτι, ήταν ένα όμορφο και δημοφιλές κορίτσι. Ασκούσε μπούλινγκ στον μετέπειτα δολοφόνο της, μεταξύ άλλων σχολιάζοντας στις δημοσιεύσεις του το εικονίδιο που συμβολίζει σύμφωνα με ορισμένους άνδρες-ιντερνετικές περσόνες τον «μη οικειοθελώς παρθένο». Τέτοιο περιεχόμενο σεξιστικού και μισογυνιστικού τύπου αποτελεί σημείο αναφοράς για την σειρά, καθώς γίνεται φανερό πως ασκεί επιρροή σε όλους τους νεαρούς χαρακτήρες, συμπεριλαμβανομένου και του Τζέιμς.
Σε ελεύθερη μετάφραση, τρεις δημοσιεύσεις του TikTok που είδα σκρολάροντας την εβδομάδα εκείνη, όλες με εκατοντάδες υποστηρικτές να συμφωνούν με ενθουσιασμό στα σχόλια:
«Η Κέιτι όχι απλά δεν έκανε μπούλινγκ στον Τζέιμς, αλλά είναι και είδωλο, υπερασπίστηκε τον εαυτό της και μετά προειδοποίησε και τα υπόλοιπα κορίτσια για το τι είδους αγόρι είναι, αφήνοντας τα σχόλια με το εικονίδιο.»
«Το να κατηγορεί κανείς την Κέιτι για μπούλινγκ, είναι ακόμα μια περίπτωση victim blaming. Εκείνη απλώς τον εξέθεσε για τον μισογυνισμό του.»
Και η τελευταία και πιο σημαδιακή, που αφού έχει εκφράσει τις ίδιες απόψεις με τις προηγούμενες δύο, καταλήγει σε ένα συμπέρασμα σωστό μεν, αλλά αντιφατικό με τα ίδια της τα λεγόμενα:
«Πολύ συχνά, η κοινωνία απαιτεί τα θύματα να είναι εντελώς παθητικά και φοβισμένα προκειμένου να αξίζουν την συμπόνια. Χαίρομαι που η σειρά απέρριψε την δομή του ‘τέλειου θύματος’, έτσι καταφέρνει να πει μια πολυπλοκότερη και πιο αληθινή ιστορία.»
Πράγματι, η σειρά επιχειρεί (και, κατά την γνώμη μου, καταφέρνει) να σπάσει τον κανόνα του τέλειου θύματος. Είναι εξαιρετικά ατυχές το πώς η γενιά της πληροφορίας αφήνει το νόημα του έργου να πετάξει σε απόσταση αναπνοής από τα δυο της χέρια, χωρίς τελικά να το πιάνει.
Τι πάει να πει ένα τέλειο θύμα, “perfect victim”; Ο Alfred Hitchcock, το 1977, δίνει την απάντησή του: «Οι ξανθιές αποτελούν τα τέλεια θύματα. Είναι σαν το παρθένο χιόνι πάνω στο οποίο εμφανίζονται οι ματωμένες πατημασιές.». Και πράγματι, η συντριπτική πλειοψηφία των δολοφονημένων γυναικών στον Χιτσκοκικό κινηματογράφο, είναι όχι μόνο ξανθιές, αλλά και ευάλωτες, αθώες, ανυποψίαστες – καμία σχέση με την Κέιτι του Adolescence.
Είναι πολύ εύκολο να σπάσει κανείς το μοτίβο του τέλειου θύματος εάν το μελετήσει επιδερμικά και το ταυτίσει αποκλειστικά με το πρότυπο της ξανθιάς του Χίτσκοκ. Στην πραγματικότητα, η δοκιμασία που πρέπει να αντιμετωπίσει ο σύγχρονος δημιουργός, είναι το να συνυπολογίσει τα new age τέλεια θύματα που γεννιούνται μέρα με τη μέρα. Παραδείγματα πραγματικών και ρεαλιστικών θυμάτων με ψεγάδια, που δεν εξυπηρετούν καμία προσωπική ανάγκη του θεατή αλλά μόνο του ίδιου του έργου, στέκονται σαν φάροι για τους επόμενους. Μόλις δεκατρία χρόνια μετά την δήλωση του Χίτσκοκ περί τέλειων θυμάτων, ο David Lynch κυκλοφορεί το εμβληματικό Twin Peaks, με κεντρικό πρόσωπο την δολοφονημένη Laura Palmer, μια νεαρή ξανθιά, μεν, κοπέλα, σίγουρα όμως όχι αφελή και ανυποψίαστη. Η Laura συγκροτείται εξ ολοκλήρου από αντιφάσεις: φαινομενικά το «τέλειο κορίτσι» της μικρής πόλης, βουτηγμένη, ωστόσο, στο σκοτάδι, με περιπλανήσεις στον κόσμο των ναρκωτικών και της πορνείας. Ο Lynch δημιουργεί, στο πρόσωπο της Laura, ένα θύμα με σάρκα και οστά που τραυματίζεται και τραυματίζει, έναν θάνατο που στο τέλος, παρ΄ότι δεν αφορά ένα τέλειο ον, συντρίβει τον θεατή που δεν είχε την δύναμη να την σώσει.
Ο Philip Barantini, σκηνοθέτης του Adolescence, με εντελώς διαφορετικό τρόπο από αυτόν του Twin Peaks, κατορθώνει επίσης να κατασκευάσει ένα θύμα που δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του κοινού, κανενός κοινού. Η Κέιτι δολοφονείται, κι ο χαμός της είναι άδικος και οδυνηρός. Ταυτόχρονα, η Κέιτι είναι ένα κωλόπαιδο που παρενοχλεί τους λιγότερο δημοφιλείς συμμαθητές της, και ένας ακόμη πομπός της μισογυνιστικής προπαγάνδας εξαιτίας της οποίας πέθανε.
Η Gen Z, αρνείται να επεξεργαστεί τα δύο δεδομένα αυτά χωρίς να εξουδετερώνει το ένα με το άλλο. Επικροτεί το σπάσιμο της δομής του τέλειου θύματος, χωρίς να αντιλαμβάνεται πως, χρίζοντας την Κέιτι φεμινιστικό μάρτυρα, δημιουργεί το ολόδικό της perfect victim που ανταποκρίνεται στα κοινά κριτήρια συμπόνιας μεγάλης μερίδας της γενιάς μας. Επαναλαμβάνει τις τάσεις των προηγούμενων από τις οποίες τρέχει πανικόβλητη να ξεφύγει: το ’80 τις θέλανε ξανθιές, το 2025 τις θέλουμε πολιτικά σύμβολα. Μου είναι εξαιρετικά σημαντικό να επισημάνω πως δεν θεωρώ ότι την αποχαύνωση αυτή προκαλεί το διαβόητο political correctness που διαποτίζει τις μέρες μας και στο οποίο με τεράστια ευκολία πολλοί κολλούν κέρατα και ουρά διαβόλου ώστε να μην χρειαστεί να αποχωριστούν τα αστειάκια για τους ομοφυλόφιλους που τόσο τους διασκεδάζουν. Η αληθινή αιτία, είναι η τεράστια ανάγκη μιας ολόκληρης γενιάς για ταύτιση, αλλά και ταυτόχρονα, ο συλλογικός της ναρκισσισμός που απαιτεί από τα θύματα με τα οποία επιχειρεί να ταυτιστεί να καθρεπτίζουν τις αρετές που η ίδια θεωρεί πως διαθέτει. Η Gen Z ζητά αδικημένα θύματα, προδομένα από το σύστημα. Θύματα άξια θαυμασμού, ώστε να μπορεί το κοινό να αυτοθαυμαστεί στο όνομά τους.
Το Adolescence δεν θα ωφελούσε να παιχτεί στα σχολεία, γιατί οι μαθητές της εποχής μας δεν είναι έτοιμοι να δεχτούν ένα θύμα που πρωτίστως είναι θύμα και δευτερευόντως οτιδήποτε άλλο. Η μη αναγνώριση του μπούλινγκ που άσκησε η Κέιτι στον Τζέιμς, έχει ως αποτέλεσμα την μη αναγνώριση του σημαντικότερου μηνύματος που περνά η σειρά, του μηνύματος που πολλοί θα ήθελαν να μεταφέρουν τα σχολεία: ένας άνθρωπος δεν δικαιούται να σκοτώσει τον άνθρωπο που του ασκεί μπούλινγκ, γιατί ένας άνθρωπος δεν δικαιούται να σκοτώσει έναν άνθρωπο. Αυτή είναι μια αρχή που σε κανέναν κόσμο ένα παιδί δεν διανοείται να αμφισβητήσει, πέρα από τον κόσμο στον οποίο οι διακηρύξεις ακραία μισογυνιστικών ιδεών αποτελούν mainstream media-τον κόσμο στον οποίο ζούμε.
Η Κέιτι δεν χρειάζεται καν να είναι το πρόσωπο του φεμινισμού, το σύστημα την προδίδει ούτως ή άλλως. Στην πραγματικότητα, δεν είναι απαραίτητο να κόψουμε και να ράψουμε το θύμα της σειράς στα μέτρα μας, γιατί στο δικό μας σύμπαν, και στη δική μας χρονογραμμή, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να ταυτιζόμαστε μαζί του. Όλοι είμαστε εν δυνάμει θύματα, απλά κάποιοι τυχαίνει να μην έχουμε πέσει ακόμα στον δρόμο του δολοφόνου-σίγουρα κάποιος, σε κάποια πλευρά του διαδικτύου, κηρύττει εναντίον σου, όποιος κι αν είσαι.
Δεν αγνοώ το γεγονός πως όλα όσα γράφω εκ του ασφαλούς, εκπέμποντας από το οχυρό της φοιτητικής ζωής και της ηλικιακής ομάδας που στο παρά πέντε γλίτωσε την ισοπέδωση των παιδικών χρόνων από το διαδίκτυο, πιθανόν να γεννούν σε εσάς τους αναγνώστες ένα παράπονο, μια ερώτηση: «Ωραία όλα αυτά, αλλά τι, πια, πρέπει να κάνουν τα σχολεία;». Επομένως, θέλω να κλείσω με μια κουβέντα που άκουσε και μου μετέφερε η 19χρονη Χ., πάνω σε μια συζήτηση με έναν φίλο: «Εμείς μικροί τους ποδοσφαιριστές τους θαυμάζαμε γιατί από τις φαβέλες ακολούθησαν το πάθος τους και έγιναν γνωστοί και πλούσιοι. Όλοι αυτοί που βγαίνουν τώρα δεν ξέρω τι λένε.». Τα σχολεία σήμερα, ομολογουμένως έχουν βάρος ευθύνης μεγαλύτερο από ποτέ, καθώς χτυπούν τα εργαλεία τους πάνω σε ένα σύγχρονο γιοφύρι της Άρτας: δεν αρκεί να χτίζουν ολημερίς τις προσλαμβάνουσες νέων και να φροντίζουν για την μαθησιακή και μη εξέλιξή τους, αλλά πρέπει και να ακυρώνουν το πρωί τις ζημιές που προκαλεί το TikTok και τα λοιπά μέσα κάθε βράδυ, όταν τα παιδιά γυρνούν στο σπίτι. Ίσως ωστόσο, αντί για το Adolescence, θα έπρεπε στο σχολείο να παίζει κανένα ματς. Να ακούγονται οι ιστορίες όχι μόνο του Mandela και του Martin Luther King, αλλά και σύγχρονων μικροηρωών που συχνά οι ώριμοι απαξιούν μπροστά στη σκιά των παλαιότερων ή αγιότερων. Ο κόσμος πιθανόν να ήταν πανέμορφος αν κάθε παιδί θαύμαζε απεριόριστα έναν άγιο, όμως οι νέοι αποζητούν να λατρέψουν κάποιον που τους μοιάζει, κάποιον που μπορούν να αγγίξουν.
Ίσως λοιπόν, αν κάθε σημερινό παιδί μάθει από την αρχή, βήμα βήμα, να θαυμάζει τον Πελέ , να μην χρειαστεί μετέπειτα να καλύψει την ανάγκη του για ταύτιση με θύτες αλλά ούτε και με θύματα. Ίσως με αυτόν τον τρόπο, μεγαλώνοντας λίγο, να καταφέρει να ταυτιστεί και με την Μαλάλα, ή με την Γκρέτα. Ο κόσμος τότε, πιθανόν να ήταν ομορφότερος από ότι τώρα. Σίγουρα δεν θα έλαμπε όπως αυτός των αγίων, δεν θεωρώ, όμως, ότι το γεγονός αυτό θα καθιστούσε την ομορφιά του λιγότερο ελπιδοφόρα.





