40 λέξεις για τον Χάνεκε και 4 για την Παλαιστίνη

Νοέ 7, 2026 | BLOG, Uncategorized, αγαπημένα, ΣΙΝΕΦΙΛ

(Disclaimer: Το παρακάτω κείμενο ενδέχεται να περιέχει spoilers για τις ταινίες Benny’s Video (1992) και Funny Games (1997). Η αλήθεια είναι βέβαια, πως είχατε περίπου 30 χρόνια ως τώρα να τις δείτε, κι έτσι άμα μου θυμώνατε που σας πρόδωσα το τέλος, μάλλον θα σας θεωρούσα λίγο γραφικούς. Ωστόσο, όπως θα καταλάβετε διαβάζοντας, εκτιμώ το θάρρος που απαιτεί το ρίσκο του να φανείς γραφικός για να υπερασπιστείς αυτό που θέλεις. Επομένως, αγαπητοί μου σινεφίλ, αφιερώνω το disclaimer αυτό στην γραφικότητά σας. Ας μην την φοβηθείτε ποτέ.)

Μια Παρασκευή, έκατσα σπίτι και είδα με έναν φίλο το Μυστικά και Ψέματα του Μάικ Λι. Μας το προτείναν οι γονείς μου ανεπιφύλακτα, είναι, λέει, βρετανικό σινεμά στα καλύτερά του. Δεν ξέρω και πολλά για το βρετανικό σινεμά, όμως βλέποντας την ταινία, ενστικτωδώς συμφώνησα μαζί τους. Ήταν πράγματι εξαιρετικό φιλμ. Ρώτησα μετά το τέλος τον φίλο μου αν του άρεσε, κι εκείνος, παθολογικά ειλικρινής, απάντησε: «Ναι. Βέβαια, νιώθω ότι θα έπρεπε να μου έχει αρέσει περισσότερο.». Τον είχα κοροϊδέψει για την φράση αυτή, όπως συνηθίζω – και όπως οφείλω, μην και πάρουν τα μυαλά του αέρα από την γενικότερη εξυπνάδα του.

Την εβδομάδα μετά από την Παρασκευή που είδαμε με τον φίλο μου το Μυστικά και Ψέματα, είδαμε το Benny’s Video του Μίκαελ Χάνεκε.  Στα μισά της ταινίας με ρώτησε αν μου άρεσε, κι εγώ, παθολογικά διπλωματική, απάντησα: «Έχει κάτι.». Θα με κορόιδευε (όπως κι αυτός οφείλει, μην και πάρουν τα μυαλά μου αέρα από την σχετική ευγλωττία μου) αν άκουγε την πραγματική μου απάντηση, γι αυτό δεν του την είπα. «Ναι. Βέβαια, νιώθω ότι θα έπρεπε να μου έχει αρέσει λιγότερο.».

Ήταν μια ταινία που μου δημιούργησε σκέψεις περί βίας, όχι βέβαια και κάποια ιδιαίτερα πρωτοποριακή ιδέα – τίποτα που δεν θα είχε σκεφτεί και πει ο Έκο. Το Benny’s Video πρόκειται όχι τόσο για απεικόνιση, όσο για μελέτη της βίας. Ο φόνος που διαπράττει ο νεαρός πρωταγωνιστής Μπένι, δεν ήταν έγκλημα πάθους ή εκδίκησης, και εκείνος, τουλάχιστον σε πρώτη ανάγνωση, δεν παρασύρεται ασυνείδητα στο έγκλημα, θύμα κάποιας οικουμενικής συνθήκης μεγαλύτερης από τον ίδιο (όπως συνέβη για παράδειγμα με τον Τζέιμι του Adolescence και τον μισογυνισμό). Απλώς, επιθυμούσε να δει ένα πτώμα, όχι στην τηλεόραση, αλλά στην πραγματική ζωή.

Το εύρημα της ταινίας, είναι το γεγονός πως οι βίαιες σκηνές λαμβάνουν χώρα πάντοτε εκτός πλάνου. Είμαστε ευγνώμονες γι αυτό, ή όχι; Λέμε ευχαριστώ στον Χάνεκε, που δείχνει έλεος και δεν μας αναγκάζει να αντιμετωπίσουμε με τα μάτια μας την ιστορία που ψάξαμε με το δικό μας τηλεκοντρόλ να βρούμε στο Cinobo, και που επιλέξαμε να παρακολουθήσουμε με δικιά μας ευθύνη. Δεν διαβάσαμε, όμως, την περίληψη, πριν πατήσουμε το play; Πόσο μικρό ή μεγάλο είναι το κομμάτι μας που ήθελε να δει, όπως ο Μπένι, το ανθρώπινο σώμα να ευτελίζεται προς ψυχαγωγία μας και μόνο;

Την επόμενη μέρα βλέπω μόνη μου το Funny Games, όπου πια ο Χάνεκε βάζει τον πρωταγωνιστή του να κοιτάξει την κάμερα κι εμένα στα μάτια και να με ρωτήσει o ίδιος ευθέως όλα όσα ρωτούσα εγώ τον εαυτό μου μετά το Benny’s Video. Γιατί βλέπω αυτήν την ταινία, και τι ζητάω από αυτήν; Μια οικογένεια τριών μελών έχει ένα εικοσιτετράωρο να επιζήσει από δύο μερακλήδες δολοφόνους που γουστάρουν τα παιχνίδια. Άμα επιζήσουν και οι τρεις θα είμαι ευχαριστημένη, ή θα απογοητευτώ με το αμερικάνικο χάπι εντ; Είμαι με το μέρος των καλών, φυσικά, αυτό όμως, σημαίνει πραγματικά ότι ζητώ από τους κακούς να τους αφήσουν να ζήσουν; Ο αρχιδολοφόνος κοιτάει την κάμερα και μου λέει ότι θέλω να πεθάνουν, ειδάλλως θα έβαζα να δω κάτι που να μοιάζει στο Μυστικά και Ψέματα. Και δεν του φέρνω αντίρρηση.

Ο Γιάννης Βασιλείου σχολιάζει πολύ εύστοχα για το Funny Games, πως «μετά την προβολή, χρειάζεσαι τουλάχιστον ένα μπάνιο». Αντιλαμβάνομαι ακριβώς τι εννοεί, όπως, υποπτεύομαι, θα αντιλαμβάνεται και κάθε θεατής της ταινίας. Κι αν όχι μπάνιο, τότε θέλεις να φας ένα φρέσκο φρούτο, ή να αγγίξεις το γρασίδι με τα χέρια σου. Αποζητάς, με τον έναν τρόπο ή τον άλλο, την υγεία, και την αγνότητα που αισθάνθηκες ότι έχασες τις τελευταίες δύο ώρες.

Εγώ προσωπικά, αντί για όλα αυτά, παίρνω τηλέφωνο τον φίλο μου, που την είχε δει πριν από μένα. Τον ρωτάω: «Στην σκηνή με τον πυροβολισμό, μέτρησες να δεις ποιος θα πεθάνει πριν το δείξει;».

Στην μέση της ταινίας, πραγματοποιείται (και πάλι εκτός πλάνου) ο πρώτος φόνος. Η κάμερα ακολουθεί τον έναν εκ τον δύο δολοφόνων που πηγαίνει στην κουζίνα να τσιμπήσει κάτι, ενώ ο δεύτερος μένει πίσω με την τριμελή οικογένεια παίζοντας ένα παιχνίδι θανάτου: σε στυλ «α-μπε-μπα-μπλομ», μετρά ως το 35, και ανακοινώνει πως θα σκοτώσει εκείνον στον οποίο θα πέσει. Ο πυροβολισμός και οι κραυγές ακούγονται όσο εμείς παρακολουθούμε τον άλλο να φτιάχνει το τοστάκι του. Μετά από μια μακρά αναμονή, βλέπουμε το δωμάτιο, με το παιδί να κείτεται νεκρό.

Ήταν πολύ εύκολο να καταλάβεις το θύμα, με μια απλή διαίρεση. Είχαμε δει τον τρόπο με τον οποίο κάθονται και οι τρεις στον καναπέ, και μπορούσαμε σε δευτερόλεπτα να υπολογίσουμε πως ο δεύτερος σε σειρά είναι αυτός που πέθανε, αντί να περιμένουμε να μας το δείξει ο Χάνεκε. «Όχι, δεν το μέτρησα. Το μέτρησες εσύ;». «Όχι.». Παύση. Μου λέει: «Θεωρείς ότι θα έπρεπε να το είχαμε μετρήσει;». «Ναι. Νομίζω πως θα έπρεπε.».

Νομίζω πως θα έπρεπε ο επικείμενος θάνατος, έστω κι αν είναι τηλεοπτικός, να μας ανησυχεί και να μας αγχώνει αρκετά ώστε να νιώθουμε την ανάγκη να ξέρουμε πριν μας το δείξει. Νομίζω πως καθώς υπολογίζαμε, θα έπρεπε να σκεφτόμαστε, «Αχ, προς Θεού, τουλάχιστον ας μην είναι το παιδί…». Κι όταν κάναμε τα μαθηματικά μας, και συνειδητοποιούσαμε πως πράγματι, το παιδί θα πεθάνει, θα’ πρεπε να καλύψουμε το στόμα με το χέρι και να σφιχτεί η καρδιά μας. Εμείς δεν κάναμε τίποτα από όλα αυτά. Παρακολουθούσαμε το πλάνο της κουζίνας θαυμάζοντας την καλλιτεχνική ευφυΐα της σκηνής.

Και άρα, τι; Η παρακολούθηση της κατασκευασμένης βίας μας κρατά το ενδιαφέρον, λες και η βία της πραγματικότητας δεν αρκεί, ενώ ταυτόχρονα την αντιμετωπίζουμε με μια ματιά κλινική, αποστασιοποιημένη. Αυτό σημαίνει πως θα έπρεπε οι ταινίες να αποστειρωθούν από κάθε ίχνος βίας, είναι δίκαιη τούτη η υποθετική λογοκρισία; Αλίμονό μου αν το υποστηρίξω αυτό τώρα, τώρα που ο συντηρητισμός επιστρέφει ολοένα και πιο δυναμικά και μάλλον βρισκόμαστε λίγα στάδια πριν αρχίσουμε και πάλι να σκανδαλιζόμαστε με τον τρόπο που οι νέοι κουνούν τους γοφούς τους σε ρυθμούς ροκ εντ ρολ και με τις γυναίκες που βάφουν τα νύχια τους κόκκινα!

Το φταίξιμο όμως σε ποιον πέφτει; Ο Χάνεκε είναι φταίχτης; Λιγότερο ή περισσότερο από τους άλλους, που στα έργα τους δείχνουν με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες σκηνές βίας και δεν αφήνουν τίποτα στην φαντασία; Η εικόνα της βίας είναι λιγότερο ή περισσότερο βλαβερή από την διήγηση μιας ιστορίας που την περιέχει; Εμείς, οι θεατές, είμαστε φταίχτες; Ποιο είναι το χρέος μας σε αυτόν τον κόσμο; Να αποφεύγουμε την απαθανάτιση της βίας και να φροντίσουμε να μας είναι τόσο απεχθής που να μην αντέχουμε ούτε να την αντικρίσουμε; Ή μήπως μας επιτρέπεται να κοιτάμε την καλλιτεχνική βία μονάχα αν με το ίδιο ανέκφραστο πρόσωπο τολμούμε να κοιτάξουμε στα μάτια και την πραγματική; Δικαιούμαστε -εν τέλει- να βλέπουμε slasher, αν δεν έχουμε δει πρώτα το Naza; Ελπίζω όλα αυτά τα απανωτά ερωτήματα να μην σας δίνουν την παραπλανητική εντύπωση ότι πρόκειται να προσφέρω κάποια απάντηση. Εγώ σκόπευα να τελειώσω το λογύδριο με ένα «Ώχου!».

Γιατί, μήπως τελικά έχει σημασία ο λόγος που τα έχουμε κάνει έτσι; Είτε φταίνε τα θρίλερ, είτε φταίνε οι σαρωτικοί πατεράδες και οι υπάκουες μανάδες, τα ελληνικά πλήθη έχουν μέσα τους την βία. Ο Κασιδιάρης αποφυλακίζεται, και στα σχόλια των κοινωνικών δικτύων δεσπόζουν φωτογραφίες του που ανεβάζουν πιτσιρίκια. Επιστρέφει, έρχεται. Χειροκροτούν. Αναρωτιέμαι αν είχαν καν μάθει γράμματα, κάποιοι από αυτούς, όταν είχε δολοφονηθεί ο Φύσσας.

Τότε, το 2013, ο Αναστασιάδης στο Πρώτο Θέμα είχε δημοσιεύσει μια εικόνα ατόφιας βίας στο πρωτοσέλιδο, μια φωτογραφία του αιμόφυρτου Παύλου. Η ΕΣΗΕΑ εξοργίζεται, όλοι μας εξοργιζόμαστε, είναι ντροπή, ασέβεια προς τον νεκρό. Δεκατρία χρόνια μετά, έχει πραγματικά σημασία; Η ύπαρξη ή μη της εικόνας, θα μπορούσε ποτέ να επηρεάσει την ενσάρκωση της βίας από την μία γενιά στην επόμενη;

Όταν στο νηπιαγωγείο μια δασκάλα, προσπαθώντας πλαγίως να καταλάβει με τι οικογένειες έχει να κάνει, μας είχε ρωτήσει λίγο πριν τις εκλογές «Για πείτε μου, παιδάκια, οι γονείς σας τι ψηφίζουνε;», είχα απαντήσει πως «δεν ξέρω, αλλά σίγουρα όχι Χρυσή Αυγή.», λαμβάνοντας μάλιστα και κάποια γουργουρητά επιδοκιμασίας από διάφορα άλλα παιδάκια. Γιατί πριν μάθουμε την λέξη φασισμός ξέραμε πως ο Κασιδιάρης ήταν φασίστας, και όταν σε δύο χρόνια θα πέθαινε ο Φύσσας, αυτός ο φόνος θα μας αφορούσε όλους. Αφορά σήμερα τα γυμνασιόπαιδα του Κερατσινίου, το ότι σβήνουν την καύτρα του πρώτου τους μπάφου πάνω σε ένα πεζοδρόμιο που έχει υπάρξει νεκροταφείο;

Φταίει η συλλογική μνήμη, που τα άκρα της όσο περνά ο καιρός και μεγαλώνουν οι ταχύτητες, συστέλλονται ασταμάτητα. Φταίει η ακηδία των αριθμών και των απανωτών τραγωδιών. Φταίμε κι εμείς, που είμαστε κότες. Η βία του πραγματικού με αφορά απείρως περισσότερο από την βία του φανταστικού. Ωστόσο σήμερα κάθομαι και πληκτρολογώ σελίδες για τις ταινίες του Χάνεκε, ενώ κάθε βράδυ που πέφτω για ύπνο σημάνει το τέλος μιας ακόμη μέρας που δεν έγραψα ούτε μια γραμμή για την Παλαιστίνη. Και ούτε και για καμία από τις άλλες βίες που με ταλανίζουν, εδώ που τα λέμε. Η λέξη queer δεν κατάφερε να βγει σήμερα από το στόμα μου απευθυνόμενη σε κάποιο άτομο άνω των σαράντα, από φόβο μην εκείνοι, που έχουν μεγαλώσει με άλλες λέξεις, με θεωρήσουν γραφική. Γυναίκες βιάζονται, κι εγώ λέω «παρενοχλούνται» για να μην ακουστώ κάπως, για να μην καταχραστώ με βαρύγδουπες κουβέντες το ήδη ασταθές δικαίωμά μου να μιλώ για ένα θύμα που δεν είμαι εγώ.

Δεν θέλω να φταίω άλλο, κι έτσι το κείμενο αυτό που ξεκίνησε για τον Χάνεκε είναι τελικά το πρώτο που γράφω για την Παλαιστίνη. Ξεκινάει από εδώ και κάτω και είναι μικρό, πολύ μικρό. Αγνοήστε όλα όσα είπα ως τώρα και ακούστε με να λέω αυτό: άνθρωποι πεθαίνουν, και δεν έχω τίποτα να προσθέσω με τα λόγια μου στην απώλεια αυτή πέρα από το ότι ειλικρινά λυπάμαι πάρα, πάρα πολύ.

Για την Salam Mema, ετών 32, που ήταν δημοσιογράφος και που από την οικογένειά της επέζησε μόνο ο πεντάχρονος γιος. Για τον Yusof Abu Musa, που ήταν μόλις 7, και που ήθελε να γίνει γιατρός, πιθανότατα επειδή γιατρός ήταν και ο πατέρας του. Για τους αδερφούς Mazen και Ahmed Abu Assi, 17 και 13 αντίστοιχα, που είχαν πολύ στενή σχέση, αλλά και πολύ διαφορετικές προσωπικότητες. Λυπάμαι που οι τέσσερις αυτοί πέθαναν μόλις τον μήνα έπειτα από την επίθεση της 7 Οκτώβρη του ‘23, και που τον δικό τους θάνατο έχουν ακολουθήσει τόσοι και τόσοι ακόμα που είναι αδύνατο να γράψω τα ονόματα και τις ιστορίες όλων τους. Λυπάμαι που ακόμα κι αυτών των τεσσάρων τα ονόματα τα αντέγραψα από το άρθρο του BBC όπου τα βρήκα, με λατινικούς χαρακτήρες, γιατί δεν μπορώ να φανταστώ πώς να τα προφέρω δυνατά. Άνθρωποι πεθαίνουν, παιδιά πεθαίνουν, και λυπάμαι πάρα πολύ που συνεχίζει η γη να γυρίζει και οι ταινίες να γυρίζονται.

Νιώθω λύπη, και σκοπεύω να συνεχίσω να την νιώθω. Το αγόρι που φόρεσε τη μπλούζα με το σήμα της Χρυσής Αυγής και απείλησε συμμαθητές του στην Κρήτη, ένιωθε επίσης πράγματα: υπεροχή, κυριαρχία.

Όταν είδα το Naza, βγαίνοντας από την αίθουσα είδα ένα πολύ όμορφο κορίτσι να κλαίει με λυγμούς και ένα πολύ ψηλό αγόρι να μαζεύει βίαια τα πράγματά του ελαφρώς δακρυσμένο, δάκρυα ολοφάνερης οργής. Αν μου επιτρέπεται να δώσω και στους δύο τους μια συμβουλή, νομίζω πως η μόνη που έχει το παραμικρό νόημα από το δικό μου στόμα είναι η εξής: συνεχίστε να λυπάστε και συνεχίστε να θυμώνετε. Στην δικιά μας γωνιά του κόσμου, δεν αποκλείεται η τελική αναμέτρηση ανάμεσα σε εμάς και σε εκείνους, να κριθεί από το ποιος νιώθει περισσότερο.

σχετικά άρθρα

«Σ’αγαπάω ελεύθερα και τσάμπα»: Ο έρωτας ως παράνομος

«Σ’αγαπάω ελεύθερα και τσάμπα»: Ο έρωτας ως παράνομος

«Ο έρωτας είναι ο ύστατος παράνομος. Απλώς δεν παραδέχεται κανονισμούς. Το περισσότερο που εμείς μπορούμε να κάνουμε είναι να προσυπογράψουμε σαν συνεργοί του. Αντί να...