Έχω για τη ζωή μιαν αντίληψη δραματική και ρομαντική. Ό,τι δεν αγγίζει βαθιά την ευαισθησία μου, δεν με ενδιαφέρει.
Σαν σήμερα, 12 Ιουλίου του 1904 γεννήθηκε στην Χιλή ο Πάμπλο Νερούδα, ίσως ο σπουδαιότερος Χιλιανός ποιητής του 20ου αιώνα. Στο έργο του ο έρωτας είναι συνυφασμένος με την πολιτική: τα αριστερά του φρονήματα διαπνέουν τα ποιήματα του, μαζί με την ακατανίκητη δίψα του να ζήσει τον έρωτα στο έπακρο.
Ο Νερούδα αποτέλεσε μέλος του Διπλωματικού Σώματος της Χιλής για περίπου μια δεκαετία. Μέσα στα χρόνια αυτά ταξίδεψε τον κόσμο, ήρθε σε επαφή με τις απάνθρωπες συνθήκες όπου ζουν οι άνθρωποι της Ασίας και της Αφρικής. Υπήρξε φίλος του Φεδερίκο Γκαρσία Λόρκα και του Φιντέλ Κάστρο, και παίρνοντας το Νόμπελ Ποίησης το 1971 έφερε αντιδράσεις εξαιτίας των κομμουνιστικών του απόψεων.
Ξεκίνησε να γράφει ποίηση πολύ μικρός, σε ηλικία 10 ετών. Ο πατέρας του δεν ενέκρινε αυτή του την ενασχόληση, και έτσι υιοθέτησε το ψευδώνυμο του για να μπορεί να υπογράφει τα ποιήματα του. Το 1924 εξέδωσε την ποιητική συλλογή Veinte poemas de amor y una canción desesperada (Είκοσι ερωτικά ποιήματα και ενα απελπισμένο τραγούδι) η οποία τον έκανε ευρέως γνωστό και ως σήμερα αποτελεί το πιο διαβασμένο του έργο.
Η προσωπικότητα του Νερούδα, η ανάγκη του να αγαπήσει και να αγαπηθεί, ο αγωνιστικός του χαρακτήρας καθώς και η αλληλεγγύη που έδειχνε προς τον λαό, τον έκαναν ίσως τον πιο αγαπητό καλλιτέχνη της γενιάς του. Ο ίδιος γράφει: “Ήτανε της τύχης μου να υποφέρω όσα υπέφερα και να αγωνιστώ όπως αγωνίστηκα, να αγαπήσω και να τραγουδήσω όπως τραγούδησα. Γνώρισα σε διάφορα σημεία της Γης τον θρίαμβο και την ήττα, έχω ζωντανή στη μνήμη μου τη γεύση του ψωμιού αλλα και του αίματος. Τι περισσότερο μπορεί να θέλει ένας ποιητής; Η ζωή μου στάθηκε η ίδια η ποίησή μου, και η ποίηση μου υπήρξε το στήριγμα όλων των αγώνων μου. Αν και πολλά βραβεία μου δόθηκαν, κανένα δε μπορεί να συγκριθεί με το τελευταίο βραβείο. Να είμαι ο ποιητής του λαού μου.”
Ακολουθούν τρία από τα αγαπημένα μας ποιήματα του:
Το χάσαμε κι αυτό το ηλιοβασίλεμα. Κανείς δε μας είδε χεράκι χεράκι το βράδυ εκείνο όπου έπεφτε η γαλάζια η νύχτα και εσκέπαζε τον κόσμο. Απ το παράθυρο μου είδα μόνος εγώ τη φιέστα του ηλιογέρματος ψηλά στα χαη. Και πότε πότε σαν πυρακτωμένο κέρμα κράταγα ενα κομματάκι ήλιο στην παλάμη μου. Και σε συλλογιζόμουν με την καρδιά σφιγμένη από κείνο εκεί το σφίξιμο που ξέρεις πως με κυβερνάει. Λεγε μου, που ήσουνα; Με τι κόσμο; Και τι τους έλεγες; Και γιατί ακαριαία με κυριεύει ακέριος ο έρωτας εμένα μόλις νιώσω μοναχός, με σενανε μακριά μου; Μου φυγε το βιβλίο που πάντα ανοίγω το βραδάκι και σαν λαβωμένο κουτάβι εγλιστρησε κι έπεσε στα πόδια μου το παλτό. Μα όλο φεύγεις εσύ, φεύγεις τα βράδια με το δειλινό παρέα που πιλαλάει κι αφανίζει τα αγάλματα.
~
Βλέπεις αυτά τα χέρια; Έχουν μετρήσει
τη γη, έχουν ξεχωρίσει
τα ορυκτά από τα δημητριακά,
έχουν κάνει ειρήνη και πόλεμο,
έχουν καταρρίψει τις αποστάσεις
όλων των θαλασσών και ποταμών,
κι όμως
όταν σε διατρέχουν
εσένα, μικρή
σπειρί από στάρι, κορυδαλλέ,
δεν φτάνουν να σε περικλείσουν,
κουράζονται πλησιάζοντας
τα δίδυμα περιστέρια
που αναπαύονται ή πετάν στο στήθος σου,
διατρέχουν τις αποστάσεις των ποδιών σου,
τυλίγονται στο φως της μέσης σου.
Για μένα είσαι θησαυρός πιο φορτωμένος από απεραντότητα
πιο κι απ΄τη θάλασσα κι απ’ τα τσαμπιά της.
Κι είσαι λευκή και γαλανή κι εκτεταμένη σαν
την γη στον τρύγο.
Σ’ αυτή την περιοχή,
από τα πόδια ως το μέτωπό σου,
προχωρώντας, προχωρώντας προχωρώντας
θα περάσω τη ζωή μου.
~
Aν με ξεχάσεις…
Ένα
θέλω να ξέρεις.
Ξέρεις πώς είν’αυτό:
κοιτάζω
το κρυστάλλινο φεγγάρι, το κόκκινο κλαδί
του αργού φθινοπώρου στο παράθυρό μου,
αγγίζω
πλάι στη φωτιά
την ατάραχη στάχτη
ή το ρυτιδωμένο σώμα του ξύλου,
κι όλα με φέρνουν σε σένα,
λες και ό,τι υπάρχει,
αρώματα, φως, μέταλλα,
είναι μικρά πλεούμενα που ταξιδεύουν
προς τα νησιά σου που με περιμένουν.
Ωστόσο,
αν λίγο λίγο πάψεις πια να μ’αγαπάς
θα πάψω κι εγώ να σ’αγαπώ λίγο λίγο.
Κι αν ξαφνικά
με ξεχάσεις
μην ψάξεις να με βρεις,
θα σ’έχω λησμονήσει.
Αν θεωρήσεις ότι κρατάει πολύ κι είναι τρελός
ο άνεμος από σημαίες
που περνάει απ’τη ζωή μου
κι αποφασίσεις
να με αφήσεις στην όχθη
της καρδιάς που έχω ρίζες,
σκέψου
πως εκείνη τη μέρα,
την ώρα εκείνη
θα σηκώσω τα χέρια
και θα βγουν οι ρίζες μου
για να βρούνε άλλη γη.
Όμως
αν κάθε μέρα,
κάθε ώρα,
νιώθεις προορισμένη για μένα
με γλυκύτητα αψεγάδιαστη.
Αν κάθε μέρα ανεβαίνει
ένα λουλούδι στα χείλη σου για να με βρει,
αχ αγάπη μου, αχ δικιά μου,
μέσα μου όλη τούτη η φωτιά θα επαναλαμβάνεται,
μέσα μου τίποτα δε θα σβήσει ούτε θα ξεχαστεί,
η αγάπη μου τρέφεται από την αγάπη σου, αγαπημένη,
κι όσο θα ζεις θα είναι μες στην αγκαλιά σου
χωρίς απ’τη δική μου να φύγει.

Είμαι η Άννα, σπουδάζω στο Πολυτεχνείο. Διαβάζω πολλά, σκέφτομαι ακόμη περισσότερα, γράφω όσα προλαβαίνω απ’ αυτά. Αντιπαθώ τα κουτάκια, στόχος εδώ είναι η έκφραση έξω απ’ αυτά.




