2 Ιανουαρίου 2026

«Dîner» | Χριστίνα Γιαβάσογλου

«Να σου πω πονηρέ, μη μου πεις ότι είναι η ίδια που θυμάμαι από το 2012!». Ο πατέρας μου προσποιείται ότι δεν ακούει, ψαχουλεύει την κάβα, να βρει το εκλεκτότερο κρασί για τους ξιπασμένους ουρανίσκους που έχει διαλέξει να τραπεζώσουμε ακόμα μια παραμονή Χριστουγέννων. Μονολογεί αν το γιαπωνέζικο είναι καλύτερη επιλογή απ΄το καλλιφορνέζικο. Μάλλον επέλεξε. Κάνει να φύγει. Του κλείνω το δρόμο.

«Τάκη! Λέγε! Είναι εκείνη που μας είχε έρθει ως “φίλη” του φίλου σου τα Χριστούγεννα του ’12;»

«Λιζάκι, κάνε στην άκρη μάτια μου, για κουτσομπολιό ήρθες;»

Ο πατέρας μου έχει μια κακή (για μένα) πλην μεν βολική (για τους φίλους του) συνήθεια, να είναι τάφος για μυστικά όσων αγαπάει. Αυτή τη φορά όμως δεν θα τη γλυτώσει. Η πλήξη μου είναι μεγαλύτερη απ΄τη διάθεσή του για διακριτικότητες. Έστω και ένα καλό ερέθισμα είναι αρκετό για να με κάνει ν΄αντέξω το αποψινό dîner. «Τακούλη, απλά πες μου και δεν θα σε ρωτήσω τίποτα άλλο», του κάνω με κουταβίσια μάτια.

«Δεν ξέρω τι σε έχει πιάσει. Λοιπόν, ναι, αυτή είναι. Οι άνθρωποι με τα πολλά αποφάσισαν να κάνουν οικογένεια. Δουλειά σου τώρα, και μην ακούσω ίχνος σχολίου στο τραπέζι. Κάηκες!». Γελώ σαρδόνια, με κοιτάει αυστηρά, του σκάω φιλί και μου διορθώνει τον ογκώδη φιόγκο στο φόρεμά μου. «Ανέβα, ε».

Η ανάμνησή μου απ΄αυτή τη γυναίκα πάει πίσω μια δεκαετία και βάλε. Εκείνα τα Χριστούγεννα το σκηνικό ήταν όπως πάντα. Ένα μάζεμα φίλων ή γνωστών του πατέρα μου: εργοστασιάρχες, δικηγόροι, κι ένας-δυό καλλιτέχνες. Άπαντες σ΄αυτά τα καλέσματα μου φαίνονταν πολύ γέροι και εξαιρετικά κακοντυμένοι, κι ας κόστιζαν χιλιάρικα τα συνολάκια τους. Το ΄12 όμως ξεχώριζε στο σαλόνι μας μια πιτσιρίκα, βία 25 χρονών. Στα μάτια μου τότε φαινόταν θεά. Φορούσε ένα κοντό φουστάνι, τη στιγμή που οι άλλες φορούσαν μακριές τουαλέτες, είχε χρωματιστά τακούνια, όταν το εκρού του νεκρού έκανε κατάληψη στο πάτωμά μας, τα μαλλιά της μέχρι το βάθος της μέσης καστανά, κατσαρά κι ελεύθερα όσο οι λακ των υπολοίπων κυριών εκλιπαρούσαν για έλεος. Έλαμπε ολόκληρη, σπινθήριζε. Ένιωθα πως ήταν ο μόνος ζωντανός άνθρωπος μέσα στο δωμάτιο.

Μ΄έκανε τρελό γούστο, μου μιλούσε όλο το βράδυ. Ήταν από τις λίγες παραμονές της παιδικής μου ηλικίας που δεν βαρέθηκα, που δεν κοιμήθηκα στο τραπέζι μετά το φαγητό. Η παράταιρη προσθήκη στην εικόνα ήταν ο συνοδός της. Είχε έρθει ως plus one, του κολλητού φίλου του πατέρα μου απ΄το σχολείο, συγγραφέας πια αυτός, δαφνοστεφανομένος εντός κι εκτός Ελλάδας. Στην αρχή πίστευα πως είναι η κόρη του. Τι να πιστέψω; Θα μου πέρναγε ποτέ απ΄το μυαλό ότι ήταν η γκόμενά του; Το επόμενο που θυμάμαι απ΄την παραμονή του ΄12 είναι ο τρικούβερτος καβγάς που είχαν ρίξει οι γονείς μου (σιγανά ως συνήθως), μετά το gathering. «Θα καλούμε τώρα και τα τσουλάκια του καθενός; Θα τραπεζώνουμε επίσημες και ανεπίσημες αγαπημένες; Για σύνελθε λίγο Τάκη!». Πλέον καταλαβαίνω γιατί είχε θυμώσει η μάνα μου. Ένα κορίτσι όπως αυτό, σε χώρο πενηντάρηδων είναι κάτι σαν ωρολογιακή βόμβα για τους ίδιους και κινούμενος στόχος για τις καλές τους.

Ανεβαίνω πάνω και την ξαναβλέπω. Η ζωηράδα μου για τη βραδιά έχει επιστρέψει ολοταχώς. Είμαι λίγο μικρότερη απ΄ότι εκείνη τότε. Την παρατηρώ και-ψέματα μη λέμε- ακόμα διαφέρει απ΄τις ομοτράπεζες. Η παλιά ορμητικότητά όμως, τώρα έχει μετατραπεί σε μια ήρεμη, θελκτική αρχοντιά. Στα πόδια της φλυαρεί ακαταλαβίστικα ο γιός τους, πρέπει να είναι τριών ετών. Της τραβάει το κολιέ, παίζει με τα μαλλιά της κι εκείνη του γελάει. Ο μπαμπάς του παιδιού έχει μονοπωλήσει το ενδιαφέρον στο τραπέζι με τις ιστορίες του. Ακόμα και στα εβδομήντα τόσα του παραμένει ζωηρός, παρότι η αρρώστια τον έχει ραγίσει εξωτερικά. Απότομα. Εκείνος που ήταν ένας αφράτος, μποέμ αρκούδος με το ποτήρι του πάντοτε γεμάτο κρασί, μοιάζει σήμερα περισσότερο με καχεκτικός αετός.

Ένιωσα χρέος μου να ασχοληθώ με τον γιό της, όπως είχε κάνει κι εκείνη με μένα.

«Τι κάνετε; Πώς τα περνάτε; Τι ωραίο μαλλί είναι αυτό!», λέω χαϊδεύοντας τις μπούκλες του μικρού κουκλίνου, που αν μη τι άλλο φαίνεται πως είναι παιδί έρωτα.

«Λιζάκι, έχεις γίνει μια θεά! Μαθαίνω τα νέα σου απ΄τον μπαμπά»

Θέλω να της κάνω χιλιάδες ερωτήσεις, τώρα πια που μπορούμε να μιλήσουμε ισότιμα, αλλά αυτό αποκλείεται. Δεν το επιτρέπει το μέρος και τα ήθη και κυρίως η υπόσχεσή μου στον Τάκη να μη φέρω κανέναν σε δύσκολη θέση. Προτείνω στον πιτσιρίκο να πάμε μια βόλτα στο δωμάτιο με τα παιχνίδια του αδερφού μου. Αξίζει άλλωστε στη μαμά του λίγη ήσυχη απόλαυση.

Γυρνάω πίσω με τον μικρό λίγο πριν σερβιριστούν τα πρώτα πιάτα. Ο Τάκης μου δίνει απευθείας την βλεμματική εντολή που ξέρω καλά: κάνε γύρα σε σαλόνι και μπαλκόνι ενημερώνοντας γλυκά ότι μαζευόμαστε στο τραπέζι. Παλιά την δουλειά αυτή την έκανε η Λέντι, ωστόσο ο μπαμπάς μου αποφάνθηκε ότι είναι εντελώς βήτα να καλεί για φαγητό η υπηρεσία, και πως όσο να΄ναι είναι πιο ζεστή η προτροπή απ΄τους οικοδεσπότες.

Τα πούρα στο σαλόνι σβήνουν απρόθυμα, ας όψονται οι τελετουργίες. Στο μπαλκόνι σκόρπιες παρέες χασκογελούν, εκτός από δύο φιγούρες στο τέρμα, στο αγαπημένο μου σημείο που βλέπει την Ακρόπολη. Όσο πλησιάζω καταλαβαίνω. Εκείνη είναι, συντροφιά με έναν μουσάτο που μας είχε συστηθεί νωρίτερα ως καλλιτεχνικός διευθυντής ενός άγνωστου φεστιβάλ. Της στρώνει τα μαλλιά. Μιλάνε πολύ σιγότερα απ΄τα υπόλοιπα κοκόρια. Κωλώνω να τους διακόψω. Κωλώνω τρελά. Νιώθω ότι θα πετάξω μπογιά σ΄έναν αριστουργηματικό πίνακα. Συνοδεύω τα κοκόρια στο τραπέζι και κάνω νόημα στη Λέντι να επιληφθεί.

Λίγο μετά τσουγκρίζουμε όλοι ποτήρια. Η διάταξη απέναντί μου με ξεπερνάει. Ο δαφνοστεφανομένος συγγραφέας-αετός, Εκείνη με τον μικρό στα πόδια της, και δίπλα ο μουσάτος. Δεν έχω πια ερωτήσεις, διότι (δυστυχώς) δεν είμαι πια δέκα ετών. Κι όταν παύεις να είσαι δέκα ετών με πόνο καταλαβαίνεις ότι αυτό που κάνει νιάου-νιάου στα κεραμίδια δεν είναι μονόκερος, αλλά γάτα.

Περασμένες 3 τα ξημερώματα. Αποκαμωμένη η οικογένειά μου στον καναπέ χαίρεται που οι Ούνοι το ευχαριστήθηκαν για ακόμη μια χρονιά. Πλησιάζω τον Τάκη μου.

«Μπαμπάκα, πες μου μόνο ότι ο μουσάτος ήρθε ως φίλος του φίλου σου και της συζύγου του» ξεροβήχω.

«Να χαρώ εγώ ερευνητικό πνεύμα», γελάει με την καρδιά του στα μούτρα μου και πριν προλάβω να του θυμώσω: «Λιζάκι, ξέρεις τι παθαίνουν όσοι δεν κρατάνε μυστικά; Δεν μαθαίνουν μυστικά κι ύστερα βαριούνται οικτρά στα τραπεζώματα. Συγκράτησε μόνο πως όποιος πάει για μαλλί, συνήθως γυρνάει κουρεμένος και-στους κύκλους μας-προσποιείται πως του αρέσει κιόλας…».  

Το διήγημα δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβρη του 2025 στη συλλογικ΄ή έκδοση “Συνευρέσεις: Αμαρτίες” των εκδόσεων ΛΟΓΟΤΥΠΟ.

σχετικά άρθρα

Το κουτό ελαφάκι- Χριστίνα Γιαβάσογλου, δυοΖμος ποέτικ band

Το κουτό ελαφάκι- Χριστίνα Γιαβάσογλου, δυοΖμος ποέτικ band

Ψάχνω τα μάτια σου. Το πρωί καθαρά. Όσο περνάει η μέρα κοκκινίζουνε. Δεν με κοιτάς πια. Κλαίω, κοπανιέμαι. Δεν με κοιτάς. Εκείνος ο γλυκός με τα γυαλάκια Με νταντεύει στωικά με...