Ο Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου

Θεσσαλονίκη. Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου, μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της, βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν – τῶν ἀπεργῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της.

Έτσι προλογίζει ο μεγάλος ποιητής το μνημειώδες ποιήμα του. Ήταν Μάιος του 1936 όταν οι εργατικές κινητοποιήσεις στη Θεσσαλονίκη κορυφώθηκαν με τη μεγάλη απεργία και διαδήλωση των καπνεργατών και καταπνίχτηκαν από τη δικτατορική κυβέρνηση Μεταξά. Αιφνιδιαστικά η αστυνομία άρχισε να πυροβολεί προς τη συγκέντρωση με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 12 άνθρωποι, ανάμεσα τους και ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης. Μετά από το συμβάν αυτό, οι απεργοί ξήλωσαν μια πόρτα και περιέφεραν πάνω της το σώμα του νεκρού εργάτη. Την επόμενη μέρα, 10 Μαίου 1936, ο Ριζοσπάστης δημοσιεύει στο εξώφυλλό του τη φωτογραφία της μάνας του Τάσου Τούση να θρηνεί το νεκρό παιδί της. Η φωτογραφία αυτή συγκλόνισε τον ποιητή και τον ενέπνευσε για τη συγγραφή της συλογής του “Ο Επιτάφιος”.

Ο Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου είναι ένα από τα γνωστότερα του ποιήματα. Αποτελείται από 20 άσματα συνολικά, ενώ μελοποιήθηκε από τον αείμνηστο Μίκη Θεοδωράκη και τραγουδήθηκε από πολλούς σπουδαίους καλλιτέχνες. Παραθέτονται αποσπάσματα από το έργο:

– I –

Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχειᾶς αὐλῆς, ἀνθέ τῆς ἐρημιᾶς μου,

Πῶς κλεῖσαν τὰ ματάκια σου καὶ δέ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δέ σαλεύεις, δέ γρικᾶς τά ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Γιόκα μου, ἐσύ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγε κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,

Τώρα δέ μὲ παρηγορᾶς καὶ δέ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δέ μαντεύεις τὶς πληγές ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;

Πουλί μου, ἐσύ ποὺ μοὔφερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δέ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;

Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.

Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κ’ εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.

Δέ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγώ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
καὶ στὰ βυζιά ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.

– V –

Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.

Ἡ μπλέ σου ἡ μπλούζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.

Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερό τὸ δροσερό σου στόμα,
θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
κι ὁ ἥλιος ἀργός θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρό περπάτημά σου
κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.

Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιές ἐρχόνταν
καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν

Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.

Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.

– VI –

Μέρα Μαγιοῦ μοῦ μίσεψες, μέρα Μαγιοῦ σὲ χάνω,
ἄνοιξη, γιέ, που ἀγάπαγες κι ἀνέβαινες ἀπάνω

Στὸ λιακωτό καὶ κοίταζες καὶ δίχως νὰ χορταίνεις
ἄρμεγες μὲ τὰ μάτια σου τὸ φῶς τῆς οἰκουμένης

Καὶ μὲ τὸ δάχτυλο ἁπλωτό μοῦ τἄδειχνες ἕνα-ἕνα
τὰ ὅσα γλυκά, τὰ ὅσα καλά κι ἀχνά καὶ ροδισμένα

Καὶ μοὔδειχνες τὴ θάλασσα νὰ φέγγει πέρα, λάδι,
καὶ τὰ δεντρά καὶ τὰ βουνά στὸ γαλανό μαγνάδι

Καὶ τὰ μικρά καὶ τὰ φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αὐτές τὶς διαμαντόπετρες που ἵδρωνε δίπλα ἡ στάμνα.

Μά, γιόκα μου, κι ἂν μοὔδειχνες τ’ ἀστέρια καὶ τὰ πλάτια,
τἄβλεπα ἐγὼ πιό λαμπερά στὰ θαλασσιά σου μάτια.

Καὶ μοῦ ἱστοροῦσες μὲ φωνὴ γλυκειά, ζεστή κι ἀντρίκια
τόσα ὅσα μήτε τοῦ γιαλοῦ δέ φτάνουν τὰ χαλίκια

Καὶ μοὔλεες, γιέ, πὼς ὅλ’ αὐτά τὰ ὡραῖα θἆναι δικά μας,
καὶ τώρα ἐσβήστης κ’ ἔσβησε τὸ φέγγος κ’ ἡ φωτιά μας.

Γιέ μου, τὸ στόμα σου καρδιά, τὸ φρύδι χελιδόνι,
τὸ μάτι δρόσο καὶ φωτιά, τανάλια τὸ σαγόνι.

Σάν τὸ λιοντάρι δυνατός, κ’ ἤρεμος σάν πιτσούνι
κ’ ἡ ἀνάσα σου ὡς τ’ ἀποσπερνό του κοπαδιοῦ κουδούνι.

Μα ὡς κάτι νὰ σὲ φώναζε μὲς στὴ χρυσήν ἑσπέρα,
πάντα σου ἀγνάντευες ψηλά καὶ πάντα πάρα πέρα,

Σάν κάποιος φίλος μπιστικός νὰ σφύρε νὰ σ’ ἐκάλει
γιὰ μιὰ κρυφήν ἀντάμωση σ’ ἀνέγνωρο ἀκρογιάλι…

Κ’ ἔστηνα ἡ ἔρημη τ’ αὐτί νὰ ἰδῶ, νὰ καταλάβω
τί σ’ ἤθελαν καὶ τί ’θελες, σὲ ποιόνα ἐστριβες κάβο.

Κ’ ἔψαχνα μὲ τὰ μάτια μου νὰ ἰδῶ ποῦ πάει ἡ ματιά σου
κι ὡς νἄνιωθες που ἀμίλητη σοῦ ’κραζα «γιέ μου, στάσου!»

Γύρναγες, μ’ ἀχνογέλαγες κ’ ἔλεγες «δῶ εἰμαι μάνα…»
κι ἀκούγονταν ἀπόμακρα τοῦ ἑσπερινοῦ ἡ καμπάνα.

Κ’ ἔπινα μὲ τὸ σάλιο μου μιᾶς τρυφεράδας γέψη
ποὺ εγώ δέ μάντευα καὶ σύ τἄχες ὅλα μαντέψει!

– XVII –

Βασίλεψες, ἀστέρι μου, βασίλεψε ὅλη ἡ πλάση,
κι ὁ ἥλιος, κουβάρι ὁλόμαυρο, τὸ φέγγος του ἔχει μάσει.

Κόσμος περνᾶ καὶ μὲ σκουντᾶ, στρατός καὶ μὲ πατάει
κ’ ἐμέ τὸ μάτι οὐδέ γυρνᾶ κι οὐδέ σὲ παρατάει.

Καὶ δές, μ’ ἀνασηκώνουνε… χιλιάδες γιούς ξανοίγω,
μά, γιόκα μου, ἀπ’ τὸ πλάγι σου δέ δύνουμαι νὰ φύγω.

Ὅμοια ὡς ἐσένα μοῦ μιλᾶν καὶ μὲ παρηγορᾶνε
καὶ τὴν τραγιάσκα σου ἔχουνε, τὰ ροῦχα σου φορᾶνε.

Τὴν ἄχνα ἀπ’ τὴν ἀνάσα σου νοιώθω στὸ μάγουλό μου,
ἄχ, κ’ ἕνα φῶς, μεγάλο φῶς, στὸ βάθος πλέει τοῦ δρόμου.

Τὰ μάτια μου σκουπίζει τα μιά φωτεινή παλάμη,
ἄχ, κ’ ἡ λαλιά σου, γιόκα μου, στὸ σπλάχνο μου ἔχει δράμει.

Καὶ νά ποὺ ἀνασηκώθηκα, τὸ πόδι στέκει ἀκόμα –
φῶς ἱλαρό, λεβέντη μου, μ’ ἀνέβασε ἀπ’ τὸ χῶμα.

Τώρα οἱ σημαῖες σὲ ντύσανε. Παιδί μου, ἐσύ, κοιμήσου,
καὶ γώ τραβάω στ’ ἀδέρφια σου καὶ παίρνω τὴ φωνή σου.

Πηγή: Catisart

σχετικά άρθρα

Παράξενη Πρωτομαγιά|Γιάννης Ρίτσος

Παράξενη Πρωτομαγιά|Γιάννης Ρίτσος

Παράξενη πρωτομαγιάμ’ αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνιαηρθ’ ο καιρός του «έχε γεια»τι να την κάνεις πια την περηφάνια. Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιάσκοτάδι πέφτει και συννεφιάποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχέςσε κουρασμένες νεκρές ψυχές Παράξενη πρωτομαγιάο ήλιος...

Τελευταίος Σταθμός|Γιώργος Σεφέρης

Τελευταίος Σταθμός|Γιώργος Σεφέρης

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζειςόπως το φέρει ο κόπος της  τελειωμένης μέραςκαι βγάζεις άλλα νοήματα κι’ άλλες ελπίδες,πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζωλίγα φεγγάρια απόμειναν στη...

Λήθη |Λορέντζος Μαβίλης

Λήθη |Λορέντζος Μαβίλης

Καλότυχοι οι νεκροί, που λησμονάνετην πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσειο ήλιος και το σούρουπο* ακλουθήσει,μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να 'ναι! Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνεστης Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·μα βούρκος* το νεράκι θα μαυρίσει,α στάξει...

Ἡλικία τῆς γλαυκῆς θύμησης |Οδυσσέας Ελύτης

Ἡλικία τῆς γλαυκῆς θύμησης |Οδυσσέας Ελύτης

Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριὰ ὡς τὴ θάλασσα Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση Ἔλυτρα χρυσὰ τοῦ Αὐγούστου στὸν μεσημεριάτικο ὕπνο Μὲ φύκια ἢ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τὸ σκάφος Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, ποὺ διαβάζεις ἀκόμη στὴν εἰρήνη τὸν κόλπου τῶν νερῶν ἔχει ὁ Θεός....