Μια εικόνα, ένα κόσμημα, μια κλωστή που περνά μέσα από το ύφασμα μπορούν να δώσουν μορφή σε όσα δυσκολευόμαστε να αφηγηθούμε, να κρατήσουν τη μνήμη μιας εμπειρίας και να γίνουν αφορμή για να συναντήσουμε τους άλλους. Σε αυτή τη δυνατότητα της δημιουργίας να ανοίγει δρόμους έκφρασης και επικοινωνίας επιστρέφει η Νίκη Στυλιανού, μέσα από μια πορεία που συνδέει την αρχιτεκτονική με το σύγχρονο καλλιτεχνικό κόσμημα και τη δημιουργία της UNI.VERSUS Art Room.
Η σχέση του χώρου με το σώμα, η συνύπαρξη διαφορετικών υλικών και η συνάντηση προσωπικών ιστοριών διατρέχουν τη σκέψη της, τροφοδοτώντας μια ευρύτερη συζήτηση για τη θέση της τέχνης στην καθημερινότητά μας. Πώς δημιουργούμε μέσα στην αβεβαιότητα; Τι μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε κάτι δικό μας στο βίωμα ενός άλλου; Και ποιες συνθήκες χρειάζονται ώστε ένας άνθρωπος να αισθανθεί ότι έχει θέση σε έναν χώρο τέχνης και ότι η δική του ματιά αξίζει να ακουστεί;
Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο Recviem, η Νίκη Στυλιανού μιλά για τη συμμετοχική δημιουργία, τη χειροτεχνία ως πράξη ειρηνικού ακτιβισμού, τις ευθύνες της συμπερίληψης και τις οικονομικές πιέσεις που φτάνουν μέχρι τον πάγκο του ανεξάρτητου δημιουργού. Ο λαβύρινθος που τη γοήτευε από παιδί παραμένει μια οικεία εικόνα για αυτή τη διαδρομή, όπου κάθε δοκιμή μπορεί να αποκαλύψει μια συγγένεια, μια νέα κατεύθυνση ή ένα ερώτημα που αξίζει να ακολουθήσει.

1. Σε περιόδους κρίσης ή μεγάλων αλλαγών, πολλοί άνθρωποι στρέφονται αυθόρμητα σε κάποια μορφή δημιουργίας. Τι πιστεύετε ότι μπορεί να μας προσφέρει η τέχνη όταν καλούμαστε να διαχειριστούμε μια δύσκολη εμπειρία ή μια περίοδο μετάβασης;
Πιστεύω ότι η δημιουργική διαδικασία μάς προσφέρει, πρώτα απ’ όλα, χώρο και χρόνο για να εκφραστούμε. Για να περιγράψουμε με μη λεκτικούς τρόπους τα όσα δυσκολευόμαστε να βάλουμε σε λόγια. Σε μια δύσκολη εμπειρία, συχνά το συναίσθημα προηγείται των λέξεων. Μια εικόνα, μια χορογραφία, η μουσική ή η συγγραφή μπορούν να δώσουν μορφή σε κάτι που μέσα μας παραμένει συγκεχυμένο, να συντελέσουν στο να το «θυμηθούμε», να το κατανοήσουμε, να το αποδεχτούμε, να το αντέξουμε ή να το αφήσουμε πίσω.
Τι θα άλλαζε αν ξαφνικά βλέπαμε τη χειροτεχνία και τα διάφορα καλλιτεχνικά μέσα αλλιώς; Αν τα χρησιμοποιούσαμε ως εργαλεία, γλώσσες με δική τους γραμματική και συντακτικό η κάθε μία, που έχουν τη δύναμη να βοηθούν στην εξωτερίκευση και την επεξεργασία των όσων κανείς βιώνει;
Δεν είναι τυχαίο το ότι η τέχνη αξιοποιείται σε θεραπευτικά πλαίσια, όπως συμβαίνει με την art therapy αλλά και πιο εξειδικευμένες θεραπείες τραύματος. Χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι κάθε δημιουργική πράξη είναι θεραπεία.
Χωρίς αμφιβολία, σε περιόδους μεγάλων αλλαγών και κρίσης, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, η δημιουργική έκφραση μπορεί να εν-δυναμώσει την αυτοπεποίθηση μας επιτρέποντάς μας μια μικρή αίσθηση πρωτοβουλίας, άρα και αυτό-ηγεσίας. Όταν πολλά συμβαίνουν χωρίς να τα έχουμε επιλέξει, η δυνατότητα να φτιάξουμε κάτι, να αποφασίσουμε εμείς για την αισθητική του, τη μορφή του, τον συμβολισμό του, αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ενώ παράλληλα, μέσα από την τέχνη των άλλων, ίσως να αναγνωρίζουμε δικά μας βιώματα και να αισθανόμαστε λιγότερο μόνοι. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, την περίοδο του εγκλεισμού κατά την πανδημία της COVID-19 και τη σημασία που απέκτησαν τότε η δημιουργική απασχόληση και το μοίρασμα της καλλιτεχνικής έκφρασης.
Έχοντας μοιραστεί αυτές τις σκέψεις, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι δεν θεωρώ πως η τέχνη χρειάζεται πάντα να μας ανακουφίζει ή να δίνει απαντήσεις. Μερικές φορές μάς επιτρέπει απλώς να σταθούμε απέναντι σε κάτι δύσκολο, χωρίς να βιαστούμε να το εξηγήσουμε ή να το ξεπεράσουμε. Κι ύστερα μπορεί να μας βοηθήσει να κάνουμε ένα ακόμη βήμα: να διατυπώσουμε τις ερωτήσεις που έχουν ουσιαστική σημασία για εμάς. Εκείνες που θα μας επιτρέψουν να διακρίνουμε τι χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε, τι να ξεκαθαρίσουμε και ποιες αποφάσεις να πάρουμε στη σχέση μας με τον εαυτό μας ή με τον κόσμο.
Για μένα, αυτή είναι μια βαθιά προσφορά της δημιουργικής διαδικασίας: να μας δείχνει κατεύθυνση ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν ομιχλώδη, αβέβαια, άγνωστα.
2. Η δική σας πορεία περνά από την αρχιτεκτονική στο κόσμημα και στη συνέχεια σε έναν ευρύτερο διάλογο με τη σύγχρονη τέχνη. Πόσο σημαντική είναι για εσάς η διαθεματικότητα στη δημιουργία;
Δεν αντιλαμβάνομαι αυτά τα πεδία ως ξεχωριστά κεφάλαια. Η αρχιτεκτονική παραμένει στον τρόπο που παρατηρώ τον χώρο – με τα κενά και τα πλήρη του – τη δομή, την κλίμακα, τον ρυθμό, ενώ το κόσμημα με έφερε πιο κοντά στην ύλη και στη σχέση του αντικειμένου με το σώμα. Για μένα, η διαθεματικότητα επιτρέπει σε αυτές τις διαφορετικές εμπειρίες να συνομιλούν.
Με ενδιαφέρει πολύ το πώς μια γνώση ή μια πρακτική μπορεί να αποκτήσει διαφορετικό νόημα όταν μεταφέρεται από ένα οργανωτικό/αντιληπτικό πλαίσιο σε άλλο. Μέσα από τέτοιες συναντήσεις μπορεί να προκύψει κάτι που δεν θα είχα ανακαλύψει ποτέ παραμένοντας σε ένα μόνο πεδίο. Νιώθω ότι ούτε η δημιουργία, ούτε ο δημιουργός χρειάζεται να περιορίζονται σε ένα μόνο πλαίσιο.
Αυτό συνδέεται, για μένα, και με την ταυτότητα. Σίγουρα δεν είναι πάντα εύκολο να αλλάζουμε, ιδιαίτερα όταν έχουμε συνδέσει τον εαυτό μας με μια συγκεκριμένη ιδιότητα στην οποία έχουμε επίσης εμβαθύνει αλλά και βολευτεί. Ωστόσο, μια νέα κατεύθυνση δεν ακυρώνει όσα προηγήθηκαν. Οι προηγούμενες εμπειρίες παραμένουν μέρος μας, ενώ ο τρόπος που τις κατανοούμε και τις αξιοποιούμε μπορεί να μεταβάλλεται.
Έτσι αντιλαμβάνομαι και τη δική μου πορεία: ως μια συνέχεια που μου επιτρέπει να μετακινούμαι, να εξελίσσομαι και να επαναδιαπραγματεύομαι τη σχέση με τον εαυτό μου, χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζω εξαρχής πού θα με οδηγήσει κάθε νέα εμπειρία.

3. Η τέχνη, όμως, δεν συνοδεύει μόνο τις προσωπικές μας κρίσεις. Ιστορικά τη συναντάμε έντονα σε περιόδους πολέμων, επαναστάσεων και κοινωνικών αλλαγών. Ποιος θεωρείτε ότι είναι ο ρόλος της σε τέτοιες περιόδους;
Η φαντασία και η τέχνη συνοδεύουν διαχρονικά την προσπάθεια του ανθρώπου να κατανοήσει τον εαυτό του και όσα τον ξεπερνούν. Η πορεία αυτή διαμορφώνεται σταδιακά, μέσα από ανακαλύψεις, αμφισβητήσεις και συνειδητοποιήσεις που αγγίζουν το σώμα, το συναίσθημα και τη σκέψη, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.
Πιστεύω ότι ορισμένες βαθιές αλλαγές αρχίζουν να διαμορφώνονται μέσα στις πιο δύσκολες περιόδους, συχνά προτού γίνουν ορατές. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πόνος αποτελεί προϋπόθεση της δημιουργίας. Μέσα στην αβεβαιότητα, όμως, η ανάγκη να εκφραστούμε, να αναζητήσουμε νόημα και να συνδεθούμε με τους άλλους μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη ένταση.
Σε συνθήκες κοινωνικής ή πολιτικής αναταραχής, η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως μαρτυρία, ως πράξη αντίστασης ή ως έκφραση μιας κοινής διεκδίκησης. Η φωτογραφία, η μουσική, οι αφίσες και το graffiti μπορούν να δώσουν μορφή σε συλλογικές αγωνίες που δυσκολεύονται να βρουν δημόσιο βήμα. Μπορούν επίσης να δημιουργήσουν κοινά σύμβολα, ενώνοντας φωνές που η λογοκρισία επιχειρεί να απομονώσει ή να σιωπήσει.
Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα αυτό που ονομάζω «ειρηνικό ακτιβισμό». Πολλοί με ρωτούν πώς γίνεται οποιαδήποτε ακτιβιστική πράξη να είναι ειρηνική. Κι όμως. Ας πάρουμε για παράδειγμα το craftivism, που συνδέει με μοναδικό τρόπο τη χειροτεχνία με την κοινωνική δράση. Κατ’ εξοχήν «θηλυκές» μη-βίαιες πρακτικές όπως το κέντημα, το ράψιμο και το πλέξιμο μπορούν να μεταφέρουν ένα πολιτικό μήνυμα μέσα από την οικειότητα του χειροποίητου. Βρίσκω κάτι συγκινητικό σε αυτή τη μετατόπιση: μια προσωπική εργασία, που απαιτεί χρόνο, φροντίδα και τρυφερότητα, να γίνεται συλλογική παρέμβαση. Να μας καλεί να συνειδητοποιήσουμε κάτι που προσπερνούσαμε, να επανεξετάσουμε μια βεβαιότητα ή να αντισταθούμε σε όσα θεωρούμε άδικα. Και συγχρόνως, να κρατά ανοιχτή τη δυνατότητα να ακούσουμε ο ένας τον άλλον και να μπούμε σε ουσιαστικό διάλογο.
4. Τι συμβαίνει όταν από την προσωπική έκφραση περνάμε στη συλλογική αφήγηση; Μπορεί η τέχνη να μας βοηθήσει να αναγνωρίσουμε στις ιστορίες των άλλων κοινά στοιχεία της δικής μας εμπειρίας;
Θεωρώ ότι μία από τις πιο ουσιαστικές δυνατότητες της συλλογικής/συμμετοχικής δημιουργίας είναι η συνάντηση του προσωπικού βιώματος με το βίωμα των άλλων. Μια εμπειρία που αισθανόμαστε ως αποκλειστικά δική μας μπορεί, όταν τη μοιραστούμε, να συμβάλλει στην ανάδυση συνδέσεων και κοινών μοτίβων.
Σε μια ομάδα δημιουργικής γραφής, για παράδειγμα, άνθρωποι με διαφορετικές αφετηρίες μπορούν να αναγνωρίσουν μέσα στα κείμενά τους, συγγενείς φόβους, απώλειες ή επιθυμίες. Αυτή η αναγνώριση δεν προϋποθέτει πάντα ταύτιση. Μας επιτρέπει όμως να νιώσουμε κοντά στον άλλον, αφήνοντας χώρο και σε όσα δεν έχουμε ζήσει ή δεν κατανοούμε ακόμη. Και κυρίως μας δίνει την άδεια να αφήσουμε κάτω για λίγο το βάρος της αίσθησης εκείνης που επιμένει ότι είμαστε μόνοι σε αυτό που μας συμβαίνει.
Έτσι, κάθε βίωμα διατηρεί την ιδιαίτερη ταυτότητά του και συγχρόνως αποκτά θέση σε μια ευρύτερη αφήγηση. Όταν αυτή καταγράφεται, διατηρείται και μεταδίδεται, μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση συλλογικής μνήμης.
Εκεί εντοπίζω τη μετάβαση από το «εγώ» στο «εμείς»: στη δυνατότητα να μοιραζόμαστε, «συν-χωρώντας» όσα φέρνει ο άλλος — αναγνωρίζοντάς τους το δικαίωμα να ξεδιπλώνονται δίπλα στα δικά μας.
Η τέχνη, ειδωμένη μέσα από αυτό το πρίσμα, δεν λειτουργεί πλέον μόνο ως μέσο αυτό- έκφρασης, αλλά και ως χώρος αναγνώρισης, αποδοχής, σύνδεσης και «ανήκειν».

5. Αυτή η μετάβαση από το «εγώ» στο «εμείς» βρίσκεται και στον πυρήνα της συμμετοχικής τέχνης;
Νομίζω ότι είναι ένα από τα βασικά στοιχεία της. Η συμμετοχική τέχνη αλλάζει τη σχέση ανάμεσα στον δημιουργό, το έργο και το κοινό. Ο θεατής δεν βρίσκεται απαραίτητα απέναντι σε ένα ολοκληρωμένο έργο. Μπορεί να εμπλακεί βιωματικά, να αφήσει το δικό του ίχνος και, σε κάποιες περιπτώσεις, να συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωσή του.
Η προσοχή μετατοπίζεται έτσι και στον τρόπο με τον οποίο συν-δημιουργούμε: πώς ακούμε, ανταλλάσσουμε εμπειρίες και δίνουμε χώρο σε μια πρόταση διαφορετική από τη δική μας. Αυτό προϋποθέτει συναισθηματική ωριμότητα. Διάθεση να αφήσουμε μέρος του ελέγχου και να δεχτούμε ότι η συνάντηση μπορεί να μας οδηγήσει κάπου που δεν είχαμε προβλέψει. Ίσως σε κάτι πιο ουσιαστικό από ό,τι είχαμε αρχικά φανταστεί.
Και αυτό για μένα έχει ιδιαίτερη αξία. Μέσα από τη δημιουργία να δοκιμάζουμε τρόπους συνύπαρξης, όπου κάθε φωνή μπορεί να συμβάλει σε κάτι κοινό, διατηρώντας όμως τη δική της θέση και ιδιαίτερη τονικότητα.
6. Μπορεί αυτή η συμμετοχή να κάνει την τέχνη περισσότερο προσβάσιμη σε ανθρώπους που ενδεχομένως αισθάνονται ότι ο κόσμος της τέχνης δεν τους αφορά;
Πιστεύω πως ναι. Για αρκετούς ανθρώπους, η τέχνη εξακολουθεί να μοιάζει με έναν χώρο στον οποίο πρέπει να γνωρίζεις κάτι εκ των προτέρων για να μπεις. Να γνωρίζεις ιστορία της τέχνης, τους ίδιους τους καλλιτέχνες, τους ιδιαίτερους κώδικες ερμηνείας των έργων, την ορολογία ή ακόμη και το πώς «πρέπει» να σταθείς απέναντι σε ένα έργο.
Η συμμετοχική τέχνη μπορεί να περιορίσει αυτή την απόσταση. Δεν σου ζητά απαραίτητα να γνωρίζεις. Σου ζητά να βρεις μέσα σου το ενδιαφέρον και την περιέργεια για τη δημιουργική γλώσσα. Και σε προσκαλεί να παρατηρήσεις, να δοκιμάσεις, να αφουγκραστείς, να μοιραστείς κάτι δικό σου και τελικά να έχεις συμμετάσχει ενεργά και χωρίς φόβο στην αντίστοιχη δράση.
Θέλω να πιστεύω ότι η πρόσβαση στην τέχνη περιλαμβάνει και αυτή τη λιγότερο ορατή διάσταση: το αίσθημα ότι είμαστε ευπρόσδεκτοι. Το να περάσει κάποιος την πόρτα ενός μουσείου ή μιας γκαλερί είναι μια αρχή. Εξίσου ουσιαστικό όμως είναι να αισθανθεί ότι η πολύ προσωπική του ματιά έχει τη δική της θέση εκεί.
7. Αρκεί όμως να ανοίξουμε την πόρτα; Τι χρειάζεται για να μιλάμε ουσιαστικά για συμπερίληψη στον χώρο της τέχνης;
Όχι, η πρόσκληση από μόνη της δεν είναι πάντα αρκετή. Το ότι λες σε κάποιον «η πόρτα είναι ανοιχτή» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχεις δημιουργήσει και τις συνθήκες για να αισθανθεί ότι μπορεί πραγματικά να περάσει μέσα από αυτήν και να βρει τη θέση του στο πεδίο.
Χρειάζεται πρώτα να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν διαφορετικά εμπόδια στην πρόσβαση. Μπορεί να είναι οικονομικά ή πρακτικά, μπορεί να σχετίζονται με τη γλώσσα, την ηλικία, την εκπαίδευση, τις ειδικές ανάγκες, την κοινωνική ή πολιτισμική αφετηρία. Μπορεί όμως να είναι και λιγότερο ορατά: η αίσθηση ότι «αυτός ο χώρος δεν είναι για μένα», που ενδεχομένως έχει διαμορφωθεί μέσα από προηγούμενες εμπειρίες αποκλεισμού.
Για μένα, η συμπερίληψη ξεκινά από την προθυμία μας να επανεξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούμε και να ακούσουμε τους ανθρώπους που οι υπάρχουσες πρακτικές αφήνουν απ’ έξω. Να αναγνωρίσουμε ότι δεν γνωρίζουμε εκ των προτέρων τι χρειάζεται ο καθένας και, μέσα από τον διάλογο και τη διερεύνηση, να αναζητήσουμε μαζί διαφορετικούς τρόπους υποδοχής και συμμετοχής.
Αυτή η θέση χρειάζεται να γίνεται πράξη: στον σχεδιασμό ενός χώρου τέχνης, στην επιμέλεια μιας δράσης, στην επικοινωνία και στις ευκαιρίες αλληλεπίδρασης που προσφέρουμε, λαμβάνοντας υπόψη διαφορετικές ανάγκες πρόσβασης, κατανόησης και έκφρασης. Κυρίως, προϋποθέτει ότι οι ίδιοι οι άνθρωποι, τους οποίους θέλουμε να συμπεριλάβουμε, έχουν ουσιαστικό λόγο στις αποφάσεις που τους αφορούν.
8. Πώς μεταφράζεται αυτή η φιλοσοφία στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεστε τη UNI.VERSUS Art Room και τον ρόλο ενός σύγχρονου χώρου τέχνης;
Ο τίτλος/λογοπαίγνιο Uni.Versus σημαίνει για μένα «εκεί όπου τα φαινομενικά διαφορετικά ενώνονται σε συνύπαρξη». Αυτή ήταν και η αφετηρία του χώρου, ο λόγος που τον δημιούργησα: η επιθυμία να φέρω κοντά δημιουργούς, έργα και πρακτικές που, με μια πρώτη ματιά, ίσως δεν φαίνεται να σχετίζονται. Με ενδιαφέρει να ανακαλύπτω τι προκύπτει από αυτή τη συνύπαρξη· πώς ένα έργο μπορεί να φωτίσει μια απρόσμενη πλευρά ενός άλλου και πώς αλλάζει η δική μας ματιά όταν τα βλέπουμε πλάι πλάι.
Το «να εκθέσεις» και το «να εκτεθείς» είναι επίσης ουσιαστικό μέρος αυτής της σκέψης. Παρουσιάζοντας κάτι προσωπικό, το ανοίγεις σε ερμηνείες που δεν μπορείς να προβλέψεις. Υπάρχει μια ευαλωτότητα σε αυτό, την οποία αισθάνομαι την ανάγκη να φροντίσω, δίνοντας χώρο τόσο στην πρόθεση του καλλιτέχνη όσο και στην ανταπόκριση του επισκέπτη.
Θα ήθελα όποιος έρχεται στη Uni.Versus να μπορεί να βρει κάτι οικείο ή, αντίθετα, ίσως να ανακαλύψει μια συγγένεια με κάτι που αρχικά του φαινόταν ξένο. Ίσως να φύγει με μια απορία ή με μια μικρή μετατόπιση στον τρόπο που βλέπει τα πράγματα. Κρατώ αυτή τη δυνατότητα ως οδηγό για την πορεία του χώρου, αφήνοντας και τον εαυτό μου ανοιχτό σε όσα δεν έχω ακόμη φανταστεί.

9. Το τελευταίο διάστημα η σημαντική αύξηση της τιμής του ασημιού έχει δημιουργήσει νέες συνθήκες και για το καλλιτεχνικό κόσμημα. Πώς επηρεάζει έναν ανεξάρτητο δημιουργό και μπορεί ένας τέτοιος περιορισμός να επηρεάσει τελικά και τη δημιουργική διαδικασία;
Η αύξηση της τιμής του ασημιού επηρεάζει άμεσα το κόστος παραγωγής και, τελικά, τη βιωσιμότητα της δουλειάς ενός ανεξάρτητου δημιουργού. Χρειάζεται κανείς να αποφασίσει πόσο από αυτή την επιβάρυνση μπορεί να απορροφήσει και πόσο θα μεταφερθεί στην τελική τιμή πώλησης του έργου του, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να διατηρήσει τη δουλειά του προσιτή χωρίς να την αλλοιώσει ως προς τη σημασία και την ποιότητα.
Οι αποφάσεις αυτές φτάνουν αναπόφευκτα και στον σχεδιασμό. Το υλικό αποτελεί μέρος της ταυτότητας ενός κοσμήματος, επομένως η μείωση της ποσότητάς του ή η αντικατάστασή του μπορεί να αλλάξει τη μορφή, την κατασκευή, ακόμη και το είδος του κοινού στο οποίο απευθύνεται το έργο. Παράλληλα, όταν κάθε δοκιμή κοστίζει περισσότερο, περιορίζεται το περιθώριο πειραματισμού. Γίνεται κανείς πιο διστακτικός απέναντι στο ενδεχόμενο αποτυχίας, παρότι το λάθος είναι συχνά απαραίτητο για να προχωρήσει.
Ένας οικονομικός περιορισμός μπορεί, ωστόσο, να οδηγήσει σε λύσεις που δεν είχες εξετάσει: στην επαναχρησιμοποίηση μετάλλου, σε διαφορετικές τεχνικές ή σε συνδυασμούς υλικών. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πίεση είναι από μόνη της δημιουργική. Μπορεί όμως, μέσα στην προσπάθεια να ανταποκριθείς, να προκύψει μια νέα κατεύθυνση.
Προσωπικά, έχω επιμείνει σχεδόν εμμονικά στα εναλλακτικά υλικά και στη μεικτή τεχνική, ανεξάρτητα από το κόστος του ασημιού. Με ενδιαφέρει πώς το καθημερινό, ακόμη και το θεωρούμενο «αν-άξιο», μπορεί να σταθεί πλάι στο πολύτιμο και να το αναδείξει. Αυτή η προσέγγιση μου δίνει περισσότερες δυνατότητες, χωρίς να σημαίνει ότι οποιοδήποτε υλικό μπορεί να αντικαταστήσει κάποιο άλλο. Το ζητούμενο παραμένει να υπηρετείται η αρχική ιδέα.
Γι’ αυτό επέλεξα σαν πεδίο δημιουργίας το σύγχρονο καλλιτεχνικό κόσμημα. Αγαπώ το ασήμι και τον χρυσό, αλλά η αξία του καλλιτεχνικού κοσμήματος περιλαμβάνει πολύ περισσότερα από την πρώτη ύλη, τη διακοσμητική λειτουργία του κοσμήματος ή την καθιερωμένη σύνδεσή του με την ευμάρεια και το κοινωνικό κύρος. Εμπεριέχει τις έννοιες που υπηρετεί, την τεχνική, τον χρόνο που έχει ενσωματώσει, την ενέργεια του δημιουργού καθώς και τη σημασία που αποκτά για εκείνον που το φορά. Η πρόκληση είναι να διαφυλάξουμε αυτά τα στοιχεία, βρίσκοντας παράλληλα τρόπους να συνεχίσουμε να δημιουργούμε.
10. Από το παιδί που γοητευόταν από τους λαβύρινθους, στην αρχιτεκτονική, το κόσμημα και σήμερα τη UNI.VERSUS Art Room, μοιάζει να υπάρχει μια συνεχής αναζήτηση διαφορετικών διαδρομών και οπτικών. Τι σημαίνει για εσάς σήμερα η δημιουργία;
Ίσως ο λαβύρινθος να παραμένει ο πιο οικείος τρόπος να περιγράψω την πορεία μου. Από παιδί με γοήτευε το ότι η εκάστοτε θέση σου μέσα στον λαβύρινθο σου αποκαλύπτει μόνο ένα μικρό τμήμα του. Το υπόλοιπο χρειάζεται να το περπατήσεις. Υπάρχουν αδιέξοδα, επιστροφές και στιγμές που η αίσθηση του προσανατολισμού επανέρχεται, αφού έχεις αποδεχτεί πως δεν ξέρεις πού βρίσκεσαι.
Έτσι δουλεύω συχνά: ξεκινώ από μια απορία, δοκιμάζω, αναιρώ, κρατώ κάτι που αρχικά δεν είχα προσέξει. Η κατανόηση έρχεται σταδιακά, μέσα από την πράξη, και μπορεί να με οδηγήσει μακριά από την αρχική μου πρόθεση.
Από την αρχιτεκτονική στο κόσμημα και στη Uni.Versus, άλλαξαν η κλίμακα και τα μέσα, αλλά ορισμένα ερωτήματα επέστρεφαν ξανά και ξανά με άλλη μορφή. Τις συγγένειες ανάμεσα σε αυτές τις επιλογές τις διακρίνω συχνά εκ των υστέρων. Όσο τις ζούσα, δεν ήταν όλα τόσο σαφή.
Το γεγονός αυτό εξακολουθεί να με γοητεύει και να με κινητοποιεί: η στιγμή που το γνώριμο παύει να είναι αυτονόητο και ζητά να το πλησιάσω αλλιώς. Ίσως γι’ αυτό δεν με απασχολεί τόσο η έξοδος από τον λαβύρινθο. Με ενδιαφέρει το τι μπορώ ακόμη να συναντήσω μέσα του.





